ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΟΣ ΚΑΙ ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΡΚΟΓΙΑΝΝΗ

Κείμενο: Αυγή Καλογιάννη

Σταματώντας τη φθορά του χρόνου


Ο Παναγιώτης Γούτος και η Μαρία Μουρκογιάννη είναι ζωγράφοι και συντηρητές έργων τέχνης με εξειδίκευση στη συντήρηση τοιχογραφιών, φορητών εικόνων και μουσαμά. Η Μαρία διαθέτει επιπλέον εξειδίκευση στην κεραμική τέχνη, στο πλαίσιο της οποίας ανέλαβε και ολοκλήρωσε την κατασκευή του τάφου του Αγίου Εφραίμ, υπό την καθοδήγηση της ηγουμένης Μακαρίας, στην Ιερά Μονή του Αγίου, στη Ν. Μάκρη Αττικής.

Συνοδοιπόροι στη ζωή και στη δουλειά με μια τεράστια διαδρομή σαράντα και πλέον χρόνων που ξεκινά το 1984 με τη συντήρηση τοιχογραφιών και οροφογραφιών στην αίθουσα τελετών του κεντρικού κτιρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, μετά στο Ιλίου Μέλαθρον, το σημερινό Νομισματικό Μουσείο, και στη συνέχεια σε νεοκλασσικά κτίρια, εκκλησίες και μοναστήρια σε όλη την Ελλάδα.

Ιδιαίτερα σημαντικό σταθμό στην επαγγελματική τους διαδρομή, αποτέλεσε η δεκαετής παρουσία τους στη Σύρο (από το 1999 έως το 2009) όπου ανέλαβαν τη συντήρηση τοιχογραφιών και οροφογραφιών σε εμβληματικά κτίρια του νησιού. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται το Ιστορικό Λαογραφικό Μουσείο του Λυκείου των Ελληνίδων, τα δύο κτίρια όπου στεγάζεται το Επιμελητήριο Κυκλάδων καθώς και το κτίριο των πρώην γραφείων της Μητροπόλεως Σύρου.

Επιπλέον, πραγματοποίησαν σεμινάρια συντήρησης τοιχογραφιών στη Σύρο και στο Άργος (με την υποστήριξη του ΕΛΚΕΠΑ), συμβάλλοντας ενεργά στη διάδοση της τεχνογνωσίας τους.

Παράλληλα, ανέλαβαν εργασίες συντήρησης (τοιχογραφιών και οροφογραφιών) σε σημαντικά κτίρια και μνημεία ανά την Ελλάδα, όπως στο νησί της Λέσβου, τον Ιερό Ναό του Αγίου Θεράποντα, το ξενοδοχείο Λοριέτ, το κτίριο της ΤΕΔΚ, την Ιερά Μονή Λειμώνος, το κτίριο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και το κτίριο της Σχολής Καλών Τεχνών Μήθυμνας (Μολύβου) – Αρχοντικό Κομνηνάκη-Κράλλη.

Στην Αθήνα, τα Οθωμανικά Λουτρά της Πλάκας, το ξενοδοχείο Ηριδανός στην οδό Πειραιώς, στην Κομοτηνή, το Αρχοντικό Στάλιου, όπου στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη καθώς και στο Άργος, το Μέγαρο Κωνσταντόπουλου, έργο βασισμένο σε σχέδια του Ερνέστου Τσίλλερ και πολλά άλλα.

Η επαγγελματική τους πορεία συνεχίζεται αδιάλειπτα έως σήμερα, με επίκεντρο πλέον το νησί της Πάρου, όπου ζούν και εργάζονται τα τελευταία 10 χρόνια.

Το ξεκίνημα της καριέρας τους υπήρξε πράγματι εντυπωσιακό και σ’αυτό σίγουρα δεν έπαιξαν ρόλο μόνο οι συστάσεις που τους συνόδευαν, αλλά κυρίως η εξαιρετική εκπαίδευση που είχαν λάβει στη Ρώμη και στη Φλωρεντία, πόλεις που ταυτίζονται διαχρονικά με τη γέννηση και τη θεμελίωση της σύγχρονης επιστήμης της συντήρησης έργων τέχνης.

Την εποχή εκείνη στην Ελλάδα δεν υπήρχαν συντηρητές, έτσι ο Παναγιώτης Γούτος και η Μαρία Μουρκογιάννη θα διδάξουν ουσιαστικά τη διαδικασία της συντήρησης και θα δουλέψουν σε όλα τα εμβληματικά κτίρια που συντηρήθηκαν τότε, όταν στην ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού βρισκόταν η χαρισματική Μελίνα Μερκούρη.

Η ιδέα γι’αυτή τη συνέντευξη γεννήθηκε όταν παρατήρησα για πρώτη φορά τον Παναγιώτη Γούτο να εργάζεται στη συντήρηση και αποκατάσταση του τέμπλου της Ι. Μονής Αγίων Αναργύρων Πάρου, που εκτίθεται πλέον στο Βυζαντινό Μουσείο της Παναγίας Εκατονταπυλιανής. Πέρασε από τότε πολύς καιρός, αλλά η επιθυμία να μάθω περισσότερα για τον ίδιο, τη Μαρία Μουρκογιάννη και τη δουλειά τους, δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Συνάντησα τους δύο συντηρητές στο εργαστήριό τους, ένα μικροσκοπικό κελί πάνω από την κεντρική πύλη της Εκατονταπυλιανής. Παντού εικόνες, βημόθυρα ή άλλα τμήματα από τον ξυλόγλυπτο διάκοσμο των βυζαντινών εκκλησιών του νησιού που περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους για να καθαριστούν, να συντηρηθούν και να συμπληρωθούν από τα έμπειρα χέρια του Παναγιώτη και της Μαρίας. Τους βρήκα να δουλεύουν σιωπηλά, σε πλήρη αρμονία, ο καθένας στον ρόλο του, με μόνη παρέα τη μουσική από ένα ραδιόφωνο σε μια γωνιά του πάγκου.

ΜΑΡΙΑ ΜΟΥΡΚΟΓΙΑΝΝΗ
Με τον Τάκη γνωριστήκαμε στη Σχολή Καλών Τεχνών στη Ρώμη όπου υπήρχαν άλλοι τέσσερις – πέντε Έλληνες. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών μας και μπροστά στο ερώτημα της επιστροφής στην Ελλάδα και του επαγγελματικού μας προσανατολισμού, πήραμε την απόφαση να ακολουθήσουμε τον δρόμο της Συντήρησης Έργων Τέχνης – μια ιδέα που μας ενέπνευσε η σπουδαία ζωγράφος και φίλη Lia Vassalo.
Φτάνοντας στη Ρώμη από την Αθήνα, γράφτηκα στη δημόσια σχολή San Giacomo όπου παρακολούθησα μαθήματα γλυπτικής και κεραμικής. Στην Pantheon όπου φοίτησα αργότερα βίωσα ένα περιβάλλον ανοιχτό και βαθιά καλλιτεχνικό. Θυμάμαι ακόμη πως πριν μπούμε στα εργαστήρια ακούγαμε κλασική μουσική σαν μία τελετουργική προετοιμασία για τη δημιουργία. Εκεί με έπεισαν να πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Όλα ήταν καινούργια για μένα, ήμουν πάντα ευτυχισμένη. Περπατούσαμε στον Τίβερη όπου είχε παντού πεσμένα φύλλα. Εκεί αγάπησα το φθινόπωρο. Ήταν ωραία χρόνια, τα ωραιότερα της ζωής μου.
Ειδικευθήκαμε στη συντήρηση τοιχογραφιών και οροφογραφιών και φορητών εικόνων καθώς και πινάκων ζωγραφικής. Με το που ήρθαμε στην Ελλάδα ξεκινήσαμε από τη συντήρηση τοιχογραφιών και κτιρίων.
Από τις εργασίες που έχουμε πραγματοποιήσει, ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μας έχουν εκείνες στα νεοκλασικά της Σύρου, αλλά και στο Ιλίου Μέλαθρον – έργα που τα νιώθουμε πλέον δικά μας.
Η συντήρηση είναι μεν μια δουλειά η οποία απαιτεί εμπειρία από την άλλη όμως προϋποθέτει καλή φυσική κατάσταση καθώς είναι ιδιαίτερα δύσκολη και κοπιαστική ειδικά όταν πρόκειται για συντήρηση τοιχογραφιών και ιδιαίτερα οροφογραφιών.
Όταν εργαζόμασταν στο Ιλίου Μέλαθρον, επί διευθύνσεως τότε του Μαργαριτώφ στο Τμήμα Συντήρησης του Υπουργείου Πολιτισμού, χρησιμοποιούσαμε συχνά καυστικά υλικά, ιδιαίτερα στις εργασίες αποκάλυψης των ζωγραφικών στρωμάτων. Από εκείνη την περίοδο απέκτησα ΧΑΠ, που με συνοδεύει μέχρι σήμερα. Από την άλλη πλευρά, όταν μπαίνεις σε παλιά νεοκλασικά κτίρια που παραμένουν για χρόνια κλειστά, έρχεσαι αντιμέτωπος με τη σκόνη· τα πάντα είναι καλυμμένα από αυτήν και την εισπνέεις συνεχώς όσο εργάζεσαι.
Όταν πρωτοήρθαμε στην Ελλάδα, συναντήσαμε στη Μονή Πετράκη τον Αναστάσιο, τον μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αλβανίας – έναν πραγματικά σπουδαίο άνθρωπο – έπειτα από σύσταση του Επισκόπου Αρίστης Βασιλείου Τσιοπανά, που είχαμε γνωρίσει στη Ρώμη και με τον οποίο είχαμε αναπτύξει πολύ φιλικές σχέσεις. Ο Αναστάσιος μας έστειλε στον Μαργαριτώφ, με τον οποίο είχαμε κάνει τις ίδιες σπουδές με διαφορά περίπου 15-20 ετών. Έτσι ξεκινήσαμε να εργαζόμαστε στην αίθουσα τελετών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου ασχοληθήκαμε με τη συντήρηση και την αποκατάσταση των τοιχογραφιών και των οροφογραφιών.
Η πίστη για μένα παίζει μεγάλο ρόλο ειδικά όταν δουλεύω σε εκκλησίες ή σε εικόνες. Έχω φτιάξει τον τάφο του Αγίου Εφραίμ στο ομώνυμο μοναστήρι σε σχέδια που βασίστηκαν σε σαρκοφάγο από κατακόμβες στη Ρώμη. Για μένα η εικόνα δεν είναι απλά μια ζωγραφιά. Θέλω όταν φύγω από αυτή τη ζωή να μπορώ να βλέπω από ψηλά τα έργα μου, να μπορώ να πω ότι εγώ έφυγα αλλά αυτά έμειναν.
Με τον Τάκη έχουμε μάθει να δουλεύουμε μαζί. Τώρα πια ο Τάκης κάνει όλες τις βαριές δουλειές – τα καθαρίσματα, τα στοκαρίσματα – εγώ κάνω κυρίως το ρετούς.
Ερχόμενοι στην Πάρο εγκατασταθήκαμε αρχικά στον Άγιο Φανούριο στην Παροικιά, μετόχι της Μονής Αγίων Θεοδώρων για την οποία είχαμε κάνει ήδη κάποιες εργασίες. Μεγάλη βοήθεια δεχθήκαμε από την επίτροπο Διαλεχτή Αργουζή, τον πατέρα Χρυσόστομο της Λογγοβάρδας αλλά και πολλούς ακόμη καλούς ανθρώπους.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΟΣ
Πήγα στη Ρώμη από τη Μυτιλήνη απ’ όπου κατάγομαι. Φοίτησα στη Σχολή Καλών Τεχνών και μετά το τέλος των σπουδών μου δούλεψα για ένα χρόνο σαν βοηθός καθηγητή. Στη συνέχεια πήγαμε με τη Μαρία στη Φλωρεντία όπου παρακολουθήσαμε μαθήματα στο Ινστιτούτο Συντήρησης Έργων Τέχνης.
Η συντήρηση είναι μια ιδιαίτερη δουλειά που απαιτεί μεγάλη προσοχή καθώς δεν πρέπει να παραποιούμε καθόλου το πρωτότυπο σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες που έχει θεσπίσει η UNESCO. Η συντήρηση απαιτεί πολλή σκέψη η οποία προηγείται της εργασίας. Εκεί παίζει ρόλο η κρίση του συντηρητή βάσει της εμπειρίας που έχει.
Όλα τα πράγματα έχουν μία αρχή κι ένα τέλος ακόμα και τα υλικά. Ο συντηρητής είναι αυτός που σταματάει τη φθορά του αντικειμένου. Αυτή είναι η ουσία της δουλειάς μας. Μετά ξεκινάει μια άλλη ιστορία που είναι η συμπλήρωση. Εκεί υπάρχουν κάποιοι κανόνες τους οποίους δεν μπορούμε να υπερβούμε. Όταν πρόκειται για ένα μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς είναι το Υπουργείο που θα αποφασίσει αν θα γίνει συμπλήρωση και σ’ αυτή την περίπτωση τα χρώματα της συμπλήρωσης πρέπει να διαφέρουν από τα χρώματα του αρχικού για να φαίνεται πού αρχίζει και πού τελειώνει η συμπλήρωση.
Όταν δουλεύουμε σε νεοκλασικά κτίρια συμβαίνει να διακοσμήσουμε και κάποια δωμάτια από την αρχή αντιγράφοντας μοτίβα από άλλα δωμάτια του κτιρίου.
Στην περίπτωση μιας εικόνας που έχει επιζωγραφιστεί, πράγμα που συμβαίνει συχνά, συνήθως οι επιζωγραφίσεις αφαιρούνται. Γενικά αφαιρούμε τα νεότερα και συντηρούμε τα αρχικά. Στην περίπτωση ενός πίνακα το συνηθέστερο πρόβλημα είναι οι απολεπίσεις. Κρακελάρει δηλαδή η επιφάνεια σε μικρά φυλλαράκια, «λέπια». Αυτό οφείλεται κυρίως στο βερνίκι και στην προετοιμασία που έχει κάνει ο ζωγράφος. Τότε μπορεί να έχουμε φθορά και στον ίδιο τον καμβά ή στον στόκο. Αν δεν υπάρχει καλή πρόσφυση και τα υλικά αποκολλώνται, η προσπάθεια μας είναι να μην φύγουν τα υλικά.
Όταν φτάσαμε στην Πάρο από τη Σύρο ήρθαμε σε επαφή με τον Δεσπότη Παροναξίας που μάς ζήτησε να δούμε το παλιό τέμπλο της Μονής Αγίων Αναργύρων, το οποίο ήταν κομμάτια-κομμάτια και μέσα σ’ έναν χώρο που έτρεχαν νερά και βαμμένο τρία χέρια με σκούρα καφέ μπογιά. Κάναμε κάποιες μικρές τομές και διαπιστώσαμε ότι από κάτω υπήρχαν άνθη αμυγδαλιάς σε υπέροχα χρώματα. Το Υπουργείο Πολιτισμού είχε αποφανθεί ότι δεν ήταν δυνατόν να συντηρηθεί κι έτσι είχαν φτιάξει καινούργιο, πιστό αντίγραφο του παλιού. Το είχε φτιάξει ο Αντώνης Ρούσσος εξαιρετικός ξυλογλύπτης. Εμείς όμως καταφέραμε να το συντηρήσουμε, μάς πήρε όμως σχεδόν δύο χρόνια, και τώρα βρίσκεται στο Μουσείο μαζί με έναν Επιτάφιο κι ένα αρτοφόριο που επίσης συντηρήσαμε. Το τέμπλο αυτό σύμφωνα με μια μελέτη που έχω κάνει έχει πολλές ομοιότητες στα διακοσμητικά στοιχεία με εκκλησίες της Λέσβου οπότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι έγινε από Λέσβιους τεχνίτες που ήρθαν στην Πάρο ή έγινε στη Λέσβο και ήρθε στην Πάρο κομμάτι – κομμάτι.
Να σου διηγηθώ μια ωραία ιστορία που συνέβη όταν δουλεύαμε στο κτίριο της Καλών Τεχνών στον Μόλυβο κατόπιν απευθείας ανάθεσης του έργου από τον Πρύτανη της Σχολής, Νίκο Κεσσανλή. Κατά τη διαδικασία αποκάλυψης τοιχογραφιών, οι οποίες είχαν καλυφθεί με στρώματα σοβά και λαδομπογιάς, ήρθε στο φως μια απεικόνιση του οικισμού με τα σπίτια και το κάστρο. Επάνω στο κάστρο είχε μια σημαία, τουρκική σημαία επειδή η ζωγραφιά είχε γίνει επί Τουρκοκρατίας. Όταν λοιπόν πήγαινα στην Αθήνα για να παρουσιάσω στον Πρύτανη την πρόοδο των εργασιών του ανέφερα το γεγονός πολύ στενοχωρημένος κι αυτός, αστειευόμενος βέβαια, μου λέει «Δεν την έκανες μπλε;». Φυσικά την κρατήσαμε ως είχε καθώς οποιαδήποτε παρέμβαση θα ήταν παραποίηση της ιστορίας.

Νοέμβριος 2025