Ο Γιάννης Ράγκος γεννήθηκε το 1966 στην Αθήνα. Από την πλευρά της μητέρας του (Καίτη Ράγκου-Αλιπράντη) συνδέεται με την Πάρο και ειδικότερα τη Μάρπησσα.
Είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος. Έχει γράψει αστυνομικά μυθιστορήματα, νουβέλες και διηγήματα, δοκίμια για την αστυνομική λογοτεχνία, βιβλία δημοσιογραφικής έρευνας, σενάρια για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και για κόμικς (graphic novels), καθώς και κείμενα για θεατρικές παραστάσεις-performances.
Τελευταίο βιβλίο του το graphic novel «Στα μυστικά του βάλτου» (από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, Εκδόσεις Polaris 2018), σε σενάριο δικό του και σχέδια του Παναγιώτη Πανταζή.

* Ο τίτλος του διηγήματος είναι δανεισμένος από τον ελληνικό τίτλο της ταινίας του Τσέχου σκηνοθέτη Μίλος Φόρμαν (1932-2018) Hori, ma panenko (1967).

Φωτιά… πυροσβέστες!

Αστυνομικό διήγημα του Γιάννη Ράγκου | Εικονογράφηση: Γιώργος Γούσης
[Σημείωση: Κάθε ομοιότητα με πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα είναι εντελώς συμπτωματική]

1. Στάχτες

Μια γλυκερή μυρωδιά καμένου ανθρώπινου κρέατος καλύπτει ακόμα τον αέρα πάνω από τη Μάρπησσα. Πολλοί κάτοικοι -όσοι δεν είναι στις δουλειές τους-, παραθεριστές και κάποιοι έκπληκτοι τουρίστες έχουν μαζευτεί στο σημείο του συμβάντος και με τα κινητά τους φωτογραφίζουν και βιντεοσκοπούν τη δράση.
Στο επίκεντρο της δράσης αυτής βρίσκονται μερικοί πυροσβέστες που έχουν τελειώσει τη δουλειά τους και μαζεύουν τους σωλήνες, μια ομάδα αστυνομικών με επικεφαλής τον διοικητή του τμήματος στην Παρκιά που συζητούν μεταξύ τους, δύο τραυματιοφορείς που αποδείχθηκαν σχεδόν αχρείαστοι και η πρόεδρος της τοπικής κοινότητας που αναστατωμένη προσπαθεί να δώσει υποτυπώδη συνοχή στα γεγονότα.

Tο συμβάν: Μιάμιση ώρα πριν, η Ελένη Κ., 56 ετών, είχε τελειώσει τον πρωινό καφέ της και, έχοντας το φαΐ στο φούρνο -ρεβυθάδα σε πήλινο τσουκάλι-, είχε βγει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, κοντά στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, για να απλώσει τα ρούχα. Μια ανεπαίσθητη αλλά ασυνήθιστη οσμή, που είχε ανακατευτεί με τον ζεστό αέρα του Αυγούστου, της τράβηξε την προσοχή. Άφησε τα ρούχα έναν μπόγο στο καλάθι και κοίταξε προσεκτικότερα γύρω της: η υπερυψωμένη θέση του σπιτιού, της επέτρεπε να έχει εποπτεία σε μεγάλο τμήμα του χωριού.
Ελαφρύς καπνός, που άλλαζε αποχρώσεις από το λευκό στο γαλάζιο χρώμα, αναδυόταν από ένα γκρεμίδι μερικές δεκάδες μέτρα μακρύτερα. Φωτιά στο χωριό; Σπάνιο γεγονός. Αλαφιασμένη, η Ελένη Κ., έκλεισε τον φούρνο, άρπαξε το κινητό της τηλέφωνο και τα κλειδιά του σπιτιού -εκείνη την ώρα κανείς άλλος δεν βρισκόταν μαζί της- κι έτρεξε, πρώτη απ’ όλους, στο σημείο. Αυτό που είδε εκεί, της έκοψε την ανάσα.

Στο παλιό σπίτι του 19ου αιώνα, που είχε καταρρεύσει από καιρό σε όγκους από πέτρες, ανάμεσα στις οποίες είχαν φυτρώσει κάθε λογής αγριόχορτα και λουλούδια και μια συκιά, υπήρχε ένα δεξί αντρικό πόδι, αλλά όχι ολόκληρο -σωζόταν μόνο από το γόνατο και κάτω- και ένα ανθρώπινο κρανίο εντελώς αποφλοιωμένο από τη σάρκα. Ήταν φανερό πως ένας άνθρωπος είχε απανθρακωθεί, αλλά το παράδοξο ήταν πως εκεί που θα έπρεπε να βρισκόταν το καμένο σώμα, τώρα υπήρχε μόνο ένας σωρός από στάχτη. Το τμήμα του ποδιού που είχε διασωθεί ήταν μαυρισμένο στο πάνω μέρος και το παπούτσι είχε μείνει ανέπαφο από τη φωτιά, όπως και τα γύρω αγριόχορτα.
Η Ελένη Κ. άνοιξε το στόμα της με φρίκη και στη στάση αυτή θύμιζε πίνακα του Μουνκ. Μόλις που κατάφερε να ειδοποιήσει την αστυνομία και κατόπιν λιποθύμησε.

2. Θωμάς Λ.

Ο Θωμάς Λ., 28 ετών, αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ανθρώπου για τον οποίο η πραγματικότητα έχει αξιερεύνητο βάθος και δεν είναι μόνο μία επιφάνεια πάνω στην οποία γλιστρά η ζωή των ανθρώπων. Κατά τα λοιπά, ο Θωμάς Λ. είναι πυροσβέστης, υπηρετεί στο Πυροσβεστικό Κλιμάκιο Πάρου -μολονότι κατάγεται από τη Φθιώτιδα- και το τελευταίο διάστημα βρίσκεται καθηλωμένος στο σπίτι του στην Αλυκή, εξαιτίας ενός κατάγματος στην κνήμη που υπέστη κατά τη διάρκεια κατάσβεσης πυρκαγιάς σε περιοχή με χαμηλή βλάστηση κοντά στις Λεύκες.

Τώρα, αργά το απόγευμα, με τον ήλιο να διαχέει ένα λιγνό φως, είναι καθισμένος στη μικρή σκιερή βεράντα του σπιτιού του, που έχει θέα στον δρόμο και υπό γωνία σε μια μικρή φέτα του λιμανιού του χωριού και πίνει σούμα με τη συνοδεία θαλασσινών μεζέδων· τους είχε φέρει η φίλη του από μια ονομαστή τοπική ταβέρνα. Απέναντί του, κάθεται ο συνάδελφος και ελαφρώς μεγαλύτερός του στην ηλικία Αντώνης Ρ., γέννημα-θρέμμα του νησιού -από τον Πρόδρομο-, που είναι ήδη ζαλισμένος από το αλκοόλ. Εδώ και λίγη ώρα, οι δυο τους παίζουν τους ντετέκτιβ.
«Και ο Μπ. τι λέει;» αναρωτιέται ο Θωμάς Λ. την ώρα που μασάει την τελευταία μπουκιά από έναν τσίρο.
Ο Αντώνης Ρ. τον κοιτάζει με αβέβαιο βλέμμα.
«Τα ’χει χαμένα κι αυτός. Υποπυραγός είναι ο άνθρωπος, όχι ο αστυνόμος Μπέκας».
Πίνει μια γουλιά σούμα ακόμα και συνεχίζει ακάθεκτος:
«Στείλαν το πτώμα -που λέει ο λόγος- στον ιατροδικαστή στη Σύρο. Όπως μας είπε ο Μπ., ούτε εκείνος κατάφερε να βγάλει άκρη. Εμπρησμός, οκ. Αλλά πώς έλιωσε όλο το σώμα και δεν έμειναν ούτε τα κόκαλα; Το ξέρεις, δα, κι εσύ. Για να καεί ένα σώμα έτσι, χρειάζονται 3-4 ώρες σε θερμοκρασίες 2.000 βαθμών Κελσίου. Με τέτοια θερμοκρασία, θα έπρεπε να είχε αρπάξει φωτιά όλο το χωριό! Αλλά, εδώ έμεινε άθικτο ακόμα και το ένα παπούτσι του θύματος».
Θωμάς Λ.: «Μάθατε κάτι για την ταυτότητα του;».
Αντώνης Ρ.: «Τον ταυτοποίησαν από την οδοντοστοιχία, δεν είχε μείνει και τίποτα άλλο. Ήταν ένας Λευτέρης κάτι, γύρω στα 50 από την Αθήνα».
Θωμάς Λ. «Είχε σχέση με την Πάρο ή είχε έρθει για διακοπές;»
Ο Αντώνης Ρ. γεμίζει ξανά το ποτήρι του με σούμα και κατεβάζει μια γερή γουλιά. Λέει: «Τίποτα από τα δύο».
Ο Θωμάς Λ. παίρνει το μπουκάλι. Λέει: «Σταμάτα, ρε, να πίνεις. Έχεις και να οδηγήσεις».
Ο Αντώνης Ρ. αρπάζει το μπουκάλι πίσω. «Δεν έχω ανάγκη εγώ».
Το χαμόγελό του φαρδαίνει ξαφνικά, σημάδι ότι βαίνει ολοταχώς προς χοντρό μεθύσι. «Μόνο μην ανάψεις κοντά μου καν’α τσιγάρο κι αρπάξω κι εγώ φωτιά σαν τον Λευτέρη».
Ο Θωμάς Λ., που το ενδιαφέρον του για την υπόθεση έχει εξαφθεί από ώρα, επανέρχεται. «Λοιπόν, γιατί είχε έρθει στο νησί;».
Ο Αντώνης Ρ. σκύβει προς το μέρος του με το ύφος ανθρώπου που είναι έτοιμος να ανακοινώσει στην ανθρωπότητα τα άδηλα μυστήρια του σύμπαντος. «Για δουλειές. Ήταν επιχειρηματίας με πολλά κεφάλαια -έτσι ακούγεται, τουλάχιστον- κι έψαχνε σπίτια στο χωριό για να τα αγοράσει, να τα μετατρέψει σε πολυτελείς κατοικίες και να τα νοικιάζει πανάκριβα σε τουρίστες».
Ο Θωμάς Λ. μένει έκπληκτος: «Πού; Μέσα στον παραδοσιακό οικισμό;».
Ο Αντώνης Ρ. γεμίζει το ποτήρι του άτσαλα, μερικές σταγόνες χύνονται στο τραπέζι: «Ναι, ρε μαλάκα! Χέστηκε για τον παραδοσιακό οικισμό. Προφανώς, ήθελε να μετατρέψει όλο το χωριό σε ξενοδοχείο. Μόνον οι τουρίστες και τα φράγκα ενδιαφέρουν πλέον, δεν το ’χεις πάρει χαμπάρι; Θ’ αφήσουν κανένα παλιό χαμόσπιτο ή κάποιο γραφικό μαγαζάκι, έτσι για σκηνικό, αλλά μέχρι εκεί».
Με μια γερή γουλιά, αδειάζει κιόλας το μισό ποτήρι του, ενώ ο Θωμάς Λ. αφήνει άκεφος το δικό του στο στρογγυλό, μαντεμένιο τραπέζι.
Λέει, περισσότερο μονολογώντας: «Και να σκεφτείς ότι κάποτε μας ενοχλούσε που μας αποκαλούσαν τα γκαρσόνια της Ευρώπης».
Ο άλλος δεν το ’χει πιάσει: «Τι μουρμουράς, μωρέ;».
Ο Θωμάς Λ. στρέφεται προς το μέρος του, βυθισμένος σε διαδοχικές σκέψεις. «Αναρωτιέμαι ποιος θα ήθελε να τον κάψει;».
Ο Αντώνης Ρ. αγανακτεί: «Πού θες να ξέρω; Τράβα ρώτα τους αστυνομικούς στην Παρκιά και στη Σύρο».

Τσουγκρίζει τα ποτήρια τους. «Άντε, γεια μας!»

3. Εκδίκηση απ’ το πουθενά / Λύση;

Η αλήθεια είναι ότι η συζήτηση με τον Αντώνη Ρ. σχετικά με τα αίτια του θανάτου του Λευτέρη και τα κίνητρα μιας εικαζόμενης εγκληματικής ενέργειας, διέγειρε τη στοχαστική ιδιοσυγκρασία του Θωμά Λ. Έτσι, περιορισμένος στο σπίτι λόγω του τραυματισμού του, έκανε εκτενείς αναζητήσεις στο διαδίκτυο για υποθέσεις παρόμοιες με αυτήν της Μάρπησσας, ενώ συμβουλεύτηκε πολλές φορές έναν φίλο του από την Αθήνα, που από προσωπικό ενδιαφέρον μελετούσε εντατικά τα φαινόμενα που βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ της φυσικής νομοτέλειας και υπερφυσικής ερμηνείας.

Όταν προς τα τέλη του Σεπτεμβρίου η κατάστασή του βελτιώθηκε σημαντικά, κάτι που του επέτρεπε να βγαίνει από το σπίτι έστω και με πατερίτσες, διεύρυνε ακόμα περισσότερο το πεδίο της έρευνάς του: αναζήτησε βιβλιογραφία για το θέμα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του νησιού, όπου τον καλοδέχτηκαν αφού ήταν μέλος και τακτικός επισκέπτης της, συνάντησε άτυπα σε ένα καφενείο κοντά στην εκκλησία του Ταξιάρχη, στην αγορά της Παρκιάς, τον αστυφύλακα Γιάννη Φρ. από το τοπικό αστυνομικό τμήμα με τον οποίο γνωρίζονταν προσωπικά και από τον οποίο έμαθε ότι το ενδιαφέρον για την υπόθεση, στην οποία αρχικά είχε εμπλακεί το Τμήμα Ασφαλείας από τη Σύρο αλλά και κλιμάκιο αστυνομικών από την Αθήνα, είχε ουσιαστικά εξανεμιστεί και ο φάκελος είχε μπει στο αρχείο χωρίς να θεωρείται επισήμως κλειστός, και τέλος επισκέφθηκε το σημείο του συμβάντος, δίχως ωστόσο να εντοπίσει αξιοποιήσιμα στοιχεία -είχε πια περάσει σχεδόν ένας μήνας.

Τώρα, έχοντας καταφέρει να οδηγήσει τους συλλογισμούς του σε ακέραιο συμπέρασμα, κάθεται απέναντι από τον υποπυραγό Μπ., 42 ετών, στο γραφείο του δεύτερου στο Πυροσβεστικό Κλιμάκιο, στο δρόμο από την Παρκιά προς τη Νάουσα και, κρατώντας έναν φάκελο γεμάτο με χαρτιά, ετοιμάζεται να του ξεφουρνίσει το πόρισμά του.
«Είμαστε πυροσβέστες, κύριε διοικητά, και οφείλουμε κάθε θάνατο από φωτιά να τον ερευνούμε διεξοδικά. Έτσι δεν είναι; Το θύμα, λοιπόν, δεν δολοφονήθηκε. Ήταν δυστύχημα!».
Ο Μπ. τον κοιτάζει δύσπιστα.
«Ένα μήνα ξεψαχνίζει την υπόθεση η αστυνομία και δεν έχει βρει ούτε υπόπτους, ούτε κίνητρο, ούτε τίποτα. Και κατάφερες να βρεις εσύ τη λύση απ’ το σπίτι σου;».
Ο Θωμάς Λ. παίρνει στοχαστικό ύφος.
«Υπάρχουν παρόμοια παραδείγματα στη λογοτεχνία. Ο αμερικανός συγγραφέας Ρεξ Στάουτ έβαζε τον ήρωά του, τον ντετέκτιβ Νίρο Γουλφ, να λύνει τα μυστήρια μέσα από το σπίτι του. Και ο Μπόρχες έγραψε κάποτε μια συλλογή αστυνομικών διηγημάτων με τίτλο “Έξι προβλήματα για τον Δον Ισίδρο Παρόδι”, στα οποία ο ήρωας εξιχνιάζει διάφορες υποθέσεις μέσα από τη φυλακή».
Ο Μπ. κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας κι αφήνει τις φράσεις του Θωμά Λ. να περάσουν ξυστά από το αυτί του.
«Αυτά γίνονται στην αστυνομική λογοτεχνία, όχι στην πραγματική ζωή. Τέλος πάντων. Κι εσύ, τι νομίζεις;».
Ο Θωμάς Λ. γκαζώνει:
«Αυτός ο Λευτέρης έπεσε θύμα του φαινομένου που ονομάζεται αυτανάφλεξη. Στα αγγλικά αναφέρεται ως Spontaneous Human Combustion. Πρόκειται για περιστατικά, συνήθως θανατηφόρα, όπου ένας άνθρωπος αρπάζει φωτιά, έτσι ξαφνικά, χωρίς εμφανή αιτία. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, το σώμα απανθρακώνεται σε ελάχιστα λεπτά, η θερμοκρασία είναι πολύ υψηλή αλλά η φωτιά δεν επεκτείνεται στον γύρω χώρο και σχεδόν πάντα κάποιο μέρος του σώματος μένει ανέπαφο. Υπάρχουν εκατοντάδες παρόμοιες καταγραφές σε όλο τον κόσμο τους τελευταίους αιώνες».
Ο Μπ. ρωτά, περισσότερο για να συγκρατήσει τη διάθεσή του να διαολοστείλει τον υφιστάμενό του: «Και πώς συμβαίνει αυτό;».
«Η επικρατέστερη επιστημονική, το τονίζω αυτό, εξήγηση είναι πως προκαλείται από κάποια μόρια, που ξαφνικά αυτονομούνται και επιταχύνουν με τρομακτικό ρυθμό τον μεταβολισμό του σώματος, αυξάνοντας απότομα τη θερμοκρασία του. Αλλά, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει με βεβαιότητα».
Ο Θωμάς Λ. ακουμπά τον φάκελο πάνω στο γραφείο.
«Να, εδώ έχω όλα τα στοιχεία που συγκέντρωσα και ενισχύουν την άποψή μου. Τ’ αφήνω για να τα δείτε κι εσείς».
Ο Μπ. δυσκολεύεται να χωνέψει όσα έχει ακούσει και εκτοξεύει χολή:
«Δηλαδή, μπορεί να τους καίει και ο Θεός για τις αμαρτίες τους;…».
Ο Θωμάς Λ. επιστρέφει το σώμα του στην πλάτη της καρέκλας, χωρίς να πτοείται.
«Εγώ πιστεύω ότι τον έκαψε το ίδιο το χωριό!».
Ο Μπ. αφρίζει:
«Έχεις ξεφύγει εντελώς, Θωμά ή είναι η ώρα που λέμε παπαριές;».
Ο Θωμάς Λ. παραμένει ατάραχος.
«Τίποτα από τα δύο. Θυμάστε πότε πέθανε το θύμα; Δύο μέρες πριν από το Φεστιβάλ “Διαδρομές στη Μάρπησσα”. Το ξέρετε;».
Ο Μπ. ανάβει τσιγάρο για να κατευνάσει την ταραχή του.
«Φυσικά. Αλλά τι σχέση έχει;».
«Απ’ ό,τι έμαθα, το θύμα σκόπευε να αγοράσει πολλά ακίνητα στο χωριό και να τα μετατρέψει σε πολυτελείς κατοικίες για να τις νοικιάζει ή να τις πουλήσει σε τουρίστες. Δηλαδή, ήθελε να του αλλάξει τελείως τον χαρακτήρα».
«Και λοιπόν;».
«Τι κάνουν οι “Διαδρομές”; Θέλουν να προβάλουν την αυθεντικότητα του χωριού και τη βιωματική σχέση των κατοίκων και των επισκεπτών μαζί του, χωρίς διάθεση για γραφικότητες ή φτηνή εμπορική εκμετάλλευση. Άρα…».
«Άρα, τι;» εξανίσταται τώρα ο Μπ.
«Άρα, κατά τη γνώμη μου, ο τύπος βρέθηκε στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή. Κατά κάποιο τρόπο, το χωριό τον εκδικήθηκε».
Ο Μπ. πετάει μισοκαπνισμένο το τσιγάρο στο τασάκι και πέφτει στην πλάτη της καρέκλας του, έτοιμος να παραδώσει το πνεύμα.
«Αν δεν σε ήξερα τόσα χρόνια, ρε Θωμά, θα έλεγα πως είσαι ντιπ μαλάκας ή θεοπάλαβος».
Ο Θωμάς Λ. χαμογελά ελαφρά και με κάποια δυσκολία ανασηκώνεται, έτοιμος να φύγει.
«Όπως και να ’χει, η ουσία δεν αλλάζει: αυτός ο Λευτέρης κάηκε μόνος του. Είμαι βέβαιος γι’ αυτό. Εσείς, μπορείτε να κάνετε ό,τι νομίζετε. Εγώ, θα επιστρέψω στην υπηρεσία στις 15 Οκτωβρίου που λήγει η αναρρωτική μου άδεια. Γεια σας, κύριε διοικητά».
Με αργά βήματα και κουτσαίνοντας ελαφρά πηγαίνει προς την πόρτα. Τον κόβει η φωνή του Μπ., που τώρα έχει γλυκάνει.
«Αν βγουν αληθινά όσα μου είπες, ρε Θωμά… Θέλω να πω… Έχω κάποιους γνωστούς στο Αρχηγείο. Μπορώ να τους προτείνω να πας στο ανακριτικό. Σ’ ενδιαφέρει;».
Ο Θωμάς Λ. κοιτάζει τον άλλο με θριαμβευτική ηρεμία. Κι ύστερα, χωρίς να πει λέξη, βγαίνει από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.